Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΕΝΩΣΕΙΣ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ


ΕΝΩΣΗ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΕΝΩΣΗ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Κάθε πολίτης έχει την αξίωση για μια λειτουργική Δικαστική Εξουσία, η οποία θα πραγματώνει την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Αυτή συνδέεται άρρηκτα με τις προσήκουσες αποδοχές των Δικαστών. Η ‘Ενωση Γερμανών Δικαστών και η Ένωση Γερμανών Διοικητικών Δικαστών, ζητούν από την Ομοσπονδία και τις Ομόσπονδες Χώρες, μία σύμφωνη κατά το σύνταγμα ρύθμιση των αποδοχών και της φροντίδας των δικαστών, η οποία θα διέπεται από τις αρχές της Αυτονομίας και της ενοποιημένης σε ομοσπονδιακό επίπεδο του Μισθολογίου των Δικαστών, με σεβασμό πάντα προς την Τρίτη Εξουσία.

- Το ύψος των σημερινών αποδοχών των Δικαστών, δεν αντιστοιχεί πλέον στις απαιτήσεις του Θεμελιώδους Νόμου (σ.σ. Συντάγματος). Συνεπώς είναι αντισυνταγματικό.

- Λαμβανομένων υπόψη των νέων ρυθμίσεων, θεωρούμε αναγκαία την νομοθετική κατοχύρωση ενός αυτόνομου Μισθολογίου και ιδιαίτερης πρόνοιας για τους Δικαστές και Εισαγγελείς. Και τα δύο θέματα πρέπει να ρυθμισθούν εκτός των διατάξεων του Δημοσιουπαλληλικού Δικαίου.

- Ως επακόλουθο της μεταφοράς της σχετικής νομοθετικής αρμοδιότητας προς τις Ομόσπονδες Χώρες, και με την διατήρηση της σχετικής νομοθετικής αρμοδιότητας της Ομοσπονδίας για τους Ομοσπονδιακούς Δικαστές και Ομοσπονδιακούς Εισαγγελείς, διαγράφονται ήδη διαφορετικές εξελίξεις στο θέμα του Μισθολογίου. Επειδή σε όλη τη Γερμανία, οι απαιτήσεις της δικαστικής και εισαγγελικής δραστηριότητας είναι ίδιες, θα πρέπει να υπάρχει το ίδιο πλαίσιο για τις αρχές που θα διέπουν το Μισθολόγιο των Δικαστών και Εισαγγελέων. Ζητούμε λοιπόν μια ενιαία ρύθμιση για το Μισθολόγιο των Δικαστών.

- Απορρίπτουμε τάσεις οι οποίες εντάσσουν στοιχεία επίδοσης στο μισθολόγιο των δικαστών. Οι υψηλότερες αποδοχές των Δικαστών δικαιολογούνται και συνδέονται με μόνη την υψηλή ευθύνη με την οποία συνδέεται το Δικαστικό Αξίωμα Κάθε μορφή συμπληρωματικής μισθολογικής παροχής, ανοίγει την πόρτα των επιρροών της εκτελεστικής εξουσίας προς τη δικαστική. Το να τίθενται σε οποιαδήποτε κρίση ή μέτρηση οι ειδικές επιδόσεις των δικαστών και εισαγγελέων, δεν συμβιβάζεται με την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας και την αποστολή της Εισαγγελικής Αρχής.

I.

Το Σύνταγμα εγγυάται την ανεξαρτησία των Δικαστών. Συνεπώς η υλική και προσωπική τους ανεξαρτησία είναι αναγκαία, ούτως ώστε η Δικαιοσύνη, με τις εγγυήσεις του Συντάγματος, να επιτελεί την αποστολή της, που είναι η απονομή του Δικαίου.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι αποδοχές του Δικαστή, εγγυώνται και την ανεξαρτησία του. Το δικαστικό μισθολόγιο θα πρέπει να είναι ανάλογο με την σημασία του δικαστικού αξιώματος. Το Σύνταγμα απαιτεί αναγκαστικά , ότι οι αποδοχές του δικαστή θα πρέπει να τελούν σε συνάρτηση με τις ευθύνες του λειτουργήματος και σε συνδυασμό με τις κρατούσες οικονομικές συνθήκες, να εξασφαλίζουν το προσήκον και αρμόζον επίπεδο ζωής. Το κράτος (σε επίπεδο ομοσπονδίας και ομοσπόνδων χωρών) είναι υποχρεωμένο να καθορίζει τις αποδοχές των δικαστών κατά τέτοιο τρόπο , ώστε αυτές να είναι πέραν από επαρκείς. Σύμφωνα με τη νομολογία του συνταγματικού δικαστηρίού, το αρμόζον και προσήκον ύψος των αποδοχών και της μέριμνας των Δικαστών είναι καίριας σημασίας για την προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι προσήκουσες αποδοχές των δικαστών, αποτελούν προϋπόθεση για να τεθούν οι απαιτήσεις, ώστε να εισέρχονται στο δικαστικό σώμα οι πλέον άριστοι απόφοιτοι της Νομικής.

Η μεταχείριση των Εισαγγελέων θα πρέπει ανάλογη με αυτή των Δικαστών, σύμφωνα με τον ρόλο και την αποστολή της εισαγγελίας και την θέση των εισαγγελέων εντός της Τρίτης Εξουσίας. Η Εισαγγελία αποτελεί ισότιμο ελεγκτικό όργανο, ενταγμένο στην απονομή της δικαιοσύνης. Μαζί με τα (ποινικά) Δικαστήρια συμβάλει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης.

(σ.σ: στην Γερμανία, οι εισαγγελείς δεν απολαμβάνουν της ισοβιότητας των Δικαστών. Θεωρούνται κρατικοί λειτουργοί, και εφαρμόζονται ανάλογα και σε αυτούς, οι διατάξεις περί Δικαστών, πλην της ισοβιότητας).

Λαμβανομένων υπόψη των συνταγματικών απαιτήσεων και επιταγών, οι αποδοχές των Γερμανών Δικαστών και Εισαγγελέων, έχουν πάψει να είναι ανάλογές προς το λειτούργημά τους.

Η σημερινή κατάσταση χαρακτηρίζεται πρώτον από αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις στο Μισθολόγιο και τη Μέριμνα των Δικαστών και Εισαγγελέων και δεύτερον από δυσμενείς εξελίξεις και γεγονότα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι:

-Οι αναγκαίες προσαρμογές των αποδοχών αναβάλλονται συνεχώς από το έτος 1997.

-Στο Μισθολόγιο των Δικαστών, έχουν καθιερωθεί δύο εισαγωγικά στάδια μειωμένων αποδοχών.

-Περιορίζεται η αναγνώριση των ετών εκπαίδευσης, ως χρόνου υπηρεσίας.

-Για τον καθορισμό του «εφ’ άπαξ» λαμβάνουν χώρα μειώσεις των έως τώρα προσαρμογών.

-Ο συντελεστής της σύνταξης μειώθηκε από το 75% στο 71,75%.

-Ο συντελεστής της σύνταξης των χηρών (των Δικαστών), μειώθηκε από το 60 στο 55%

-Το δώρο χριστουγέννων έχει μειωθεί δραστικά ή έχει καταργηθεί τελείως.

-Έχει καταργηθεί το επίδομα αδείας.

-Κατά τα έτη 2005, 2006 καθώς και εν μέρει για το έτος 2007 δεν έλαβαν χώρα οι αναγκαίες τιμαριθμικές προσαρμογές

-Κατά το διάστημα 1992-2007 οι αποδοχές των Δικαστών αυξήθηκαν μόνο κατά 20% περίπου (σε ομόσπονδες χώρες όπου έχει καταργηθεί το δώρο χριστουγέννων, η αύξηση είναι μικρότερη). Παράλληλα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο μέσος δείκτης τιμών έχει αυξηθεί κατά 32%. Αν συνυπολογισθούν και οι αυξήσεις των τιμών, οι αποδοχές των δικαστών, υστερούν σε ποσοστό 40%.

-Η αύξηση του συντελεστή φόρου εισοδήματος από το 16% στο 19% συμβάλει στην περαιτέρω απώλεια αποδοχών, καθότι σε σύγκριση με υποχρεωτικά ασφαλιζόμενους εργαζόμενους, η μείωση των αποδοχών δεν αντικαθίσταται από απαλλαγή ασφαλιστικών εισφορών (σ.σ.: οι γερμανοί συνάδελφοι κάνουν συγκρίσεις με εργαζόμενους στη βιομηχανία !).

-Σε σχέση με συγκρίσιμες επαγγελματικές ομάδες στην ιδιωτική οικονομία, οι αποδοχές των δικαστών θεωρούνται μικρές. Έτσι από το έτος 1992 έως το 2005 σε κλάδους του εμπορίου, των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιριών καταγράφεται μια αύξηση εισοδημάτων κατά 46%, η οποία είναι τουλάχιστον διπλάσια από αυτή των δικαστών.

-Οι δαπάνες που αφορούν την περίθαλψη, έχουν αυξηθεί κατά 70%, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο και στις ανάλογές ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες παρακρατούνται από τις αποδοχές.

-Οι κοινωνικές παροχές έχουν υποστεί μειώσεις. Ειδικότερα σε περίπτωση ασθένειας, δεν αναγνωρίζονται ασφαλιστέες παροχές σε Δικαστές και Εισαγγελείς.

- Εδώ και πολλά χρόνια, Δικαστές και Εισαγγελείς έρχονται σε χειρότερη μοίρα ακόμη και από εργαζόμενους του δημοσίου τομέα, οι οποίοι υπόκεινται σε συλλογικές συμβάσεις (σ.σ.: γερμανικές ΔΕΚΟ).

-Δικαιολογημένες μισθολογικές παροχές σε ορισμένες κατηγορίες κρατικών λειτουργών, είτε δεν δινόταν καθόλου, είναι δινόταν περιορισμένα στους Δικαστικούς Λειτουργούς. Από την μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, παραβιάσθηκε στο παρελθόν η αρχή της απόστασης (σ.σ: εννοεί ότι οι αποδοχές των Δικαστών πρέπει να διαφέρουν ανάλογα από τις αποδοχές άλλων δημοσίων λειτουργών)

-Σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι αποδοχές των γερμανών δικαστών κινούνται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

-Αξιοσημείωτη είναι και η μεταχείριση πολύτεκνων οικογενειών Δικαστών από τον νομοθέτη. Από το έτος 1998 έως το πρόσφατο παρελθόν τίποτε δεν αντιστοιχεί στη Νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο απαιτεί την κατά το Σύνταγμα ισότιμη μεταχείριση οικογενειών με περισσότερα από δυο παιδιά, των Δικαστικών και άλλων Δημοσίων Λειτουργών.

Η παραπάνω απαρίθμηση είναι μόνο ενδεικτική, και καταδεικνύει ότι το Μισθολόγιο και η Μέριμνα των Δικαστών και Εισαγγελέων στη Γερμανία, έχει υποστεί περιορισμούς και έχει αποκοπεί από την γενική οικονομική εξέλιξη σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σήμερα οι Δικαστές υφίστανται απαράδεκτες θυσίες.

Σύμφωνα με το σύνταγμα, η διαμόρφωση του Δικαστικού Μισθολογίου δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την εκάστοτε κατάσταση του Δημοσίου Ταμείου. Παρά το γεγονός ότι τα συνολικά κρατικά έσοδα κατά τα έτη 2007 και 2008 έχουν βελτιωθεί, ο νομοθέτης δεν προέβει ούτε στην αναστολή των περικοπών που αφορούσαν τις δαπάνες της μισθοδοσίας και της μέριμνας.

Η οφειλόμενη από το κράτος μισθοδοσία, δεν αποτελεί μέγεθος που διαφέρει ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους και δεν εξαρτάται από πολιτικές προτεραιότητες. Το μισθολόγιο και η πρόνοια για τους Δικαστές, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση εν δυνάμει απόθεμα το οποίο θα υποστεί τις οποιοσδήποτε περικοπές για εξοικονόμηση δαπανών. Πολύ περισσότερο, το μέτρο για τον προσδιορισμό των ανάλογων αποδοχών των δικαστών, αποτελούν οι γενικές οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις και γενικό μέσο επίπεδο ζωής. Συνεπώς, οι αποδοχές των Δικαστών και Εισαγγελέων, δεν αντιστοιχούν τις επιταγές του Συντάγματος. Αυτή η παραβίαση του Συντάγματος πρέπει να τερματισθεί.

Και μόνο ο σεβασμός προς την Τρίτη Εξουσία, επιτάσσει την άμεση θέσπιση των σχετικών κατάλληλων νομοθετικών ρυθμίσεων.

Εάν συνεχισθεί αυτή η κατάσταση, τότε οδηγούμαστε σε απώλεια της ανταγωνιστικότητας της Δικαιοσύνης, όσον αφορά τον προσεταιρισμό σε αυτήν αρίστων νομικών στο Δικαστικό Σώμα.

Η κοινωνία χρειάζεται περισσότερο από ποτέ, υπεύθυνες, αποδοτικές, ειδικευμένες και κοινωνικά συνεπείς προσωπικότητες στο Δικαστικό Σώμα. Η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου, αποτελεί καθήκον του Κράτους. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο εντάσσεται και η εγγύηση κατάλληλων αποδοχών που αρμόζουν σε Δικαστές.

ΙΙ.

Δεν αναμένουμε μόνο την αποκατάσταση της συνταγματικά απαιτούμενης ελάχιστου μισθολογίου των Δικαστών. Πολύ περισσότερο, αναμένουμε να συμπεριληφθεί στο Μισθολόγιο, η αναγκαία τιμαριθμική προσαρμογή για τα προηγούμενα χρόνια, και σε συνάρτηση με τις αποδοχές συγκρίσιμων στελεχών εκτός του δημοσίου τομέα, των οποίων το εισόδημα έχει αυξηθεί. Το δικαστικό λειτούργημα πρέπει να τύχει της ανάλογης αναγνώρισης. Η κοινωνική εκτίμηση προς το έργο των Δικαστών, πρέπει να βρει και το ανάλογο αντίκρυσμα και στο Μισθολόγιο των Δικαστών.

Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο.

Εάν παραμείνει το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς, που ρυθμίζει από κοινού το Μισθολόγιο των Δικαστών μαζί με αυτό των Δημοσίων Λειτουργών, τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα και η σημασία της Τρίτης Εξουσίας. Το μισθολόγιο σύμφωνα με το έως τώρα μισθολογικό επίπεδο R1, θα πρέπει να αυξηθεί ώστε να αμβληθεί η ανισορροπία έναντι των αποδοχών άλλων δημοσίων λειτουργών. Στη βάση αυτή, το μισθολόγιο των δικαστών πρέπει να διέπεται και από ανάλογη απόσταση σε σχέση με τους Δημοσίους Λειτουργούς καριέρας.

Θα πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή όσον αφορά τις πολύτεκνες οικογένειες δικαστών, ότι σύμφωνα με την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου από το έτους 1998, ότι ο υπολογισμός των αναγκών οικογενειών από τρίτο παιδί και μετά, θα πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 115% των συνόλου των αναγκών κατά την κοινωνική πρόνοια. Οι δικαστές ως εκπρόσωποι της Τρίτης Εξουσίας, θα πρέπει να απολαμβάνουν και ανάλογες αποδοχές, λαμβανομένων υπόψη και των οικογενειών. Είναι απαράδεκτο, να μην λαμβάνεται υπόψη η συντήρηση πολύτεκνων οικογενειών.

ΙΙΙ.

Οι Γερμανοί Δικαστές και Εισαγγελείς επιτελούν το λειτούργημά τους με τον πλέον καλύτερο τρόπο. Έχουν λοιπόν αξίωση, για το σχετικό αντίκρισμα και στις αποδοχές τους. Γι’ αυτό η Ένωση Γερμανών Δικαστών και η Ένωση Γερμανών Διοικητικών Δικαστών, συνέταξαν το παρόν. Η Ένωση των Διοικητικών Δικαστών, συνειδητά είχε επιφυλαχθεί επί του θέματος, για το λόγο ότι για τις μισθολογικές διαφορές, αρμόδια είναι τα Διοικητικά Δικαστήρια. Με το παρόν έγγραφο, οι Διοικητικοί Δικαστές εγκαταλείπουν πλέον την επιφυλακτικότητά τους, δεδομένου ότι για όλους τους συναδέλφους έχει ξεπερασθεί κάθε κόκκινη γραμμή και κάθε όριο οδύνης.



Βερολίνο, Αύγουστος 2008



Christoph Heydemann Christoph Frank

Ένωση Διοικητικών Δικαστών Ένωση Γερμανών Δικαστών



Χρήσιμες παρατηρήσεις:

1) Το γερμανικό Σύνταγμα δεν αναφέρει πουθενά ότι οι αποδοχές των Δικαστών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Δηλαδή ΔΕΝ υπάρχει διάταξη ανάλογη με το ελληνικό Σύνταγμα. Για τη Γερμανική Έννομη Τάξη, αυτό απλά εξυπακούεται.

2) Οι γερμανοί συνάδελφοι απαντούν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο σε απόψεις που θέλουν τον Έλληνα Δικαστή ως ασκητή, καθώς και σε απόψεις που θεωρούν ως υπερβολικά ή παράλογα τα αιτήματά μας και πολύ περισσότερο θεωρούν ως «δικαιολογημένες» και «επιβεβλημένες» τις μειώσεις των αποδοχών μας.

3) Πολύ σημαντικό: οι γερμανοί συνάδελφοι, θεωρούν τις υψηλές αποδοχές των Δικαστών, ως κίνητρο προκειμένου να προσελκύσουν στο Σώμα, άριστους νομικούς.

4) Επειδή επίκεινται αγωγές στο Μισθοδικείο, και θα κριθούν ζητήματα συνταγματικά, καλό είναι να βρεθεί η αντίστοιχη απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έλληνας συνταγματολόγος που να μην παραπέμπει στην νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Δικαστήριο με ιδιαίτερο κύρος πανευρωπαϊκά, το οποίο κατά κυριολεξία αποτελεί Κρατικό Όργανο).

5) Στη Γερμανία (και σε όλη την Ευρωζώνη) δεν υπάρχουν κωλύματα εντοπιότητας.

6) Η Γερμανική Ένωση Δικαστών υπάρχει από το 1908.



Για την απόδοση στην Ελληνική Γλώσσα



Δημήτριος Ζιγκόλης

Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης

http://dikastis.blogspot.gr/

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ σχολιάστε κόσμια