Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Η ΕΝΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ


EΝΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ             Αθήνα, 15-05-2014

ΠΡΩΗΝ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ                     Αριθμ. πρωτ. :  119     

Κτίριο 16 Γραφείο 204                             

Τηλ. 210 8222548 Fax 210 8254211

Emaileisag@otenet.gr                       

                                              

ΠΡΟΣ :
Τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Χ. Αθανασίου

                   Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,

                   Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, με αφορμή την επικείμενη ολοκλήρωση της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης του Σχεδίου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αδυνατώντας να επεξεργασθεί στο ασφυκτικό χρονικό περιθώριο της πιο πάνω διαδικασίας (λήξη η 16-5-2014) λεπτομερώς προτάσεις που απηχούν τις απόψεις του Κλάδου επί του Σχεδίου ΚΠΔ, επιθυμεί να θέσει υπόψη σας με την παρούσα μια σειρά πρόχειρων, αρχικών παρατηρήσεων, επιφυλασσόμενο να επανέλθει με λεπτομερέστερες προτάσεις εν ευθέτω.

(Ι) Προωθούμενες διατάξεις & συναφείς προτάσεις :

(i) Άρθρο 15 περ. γ & ε ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : Εισάγονται ως νέοι λόγοι εξαίρεσης δικαστικών προσώπων (γ)αν έγιναν κατά την ανάκριση ένοχοι ασύγγνωστης αμέλειας ή άλλης αθέμιτης πράξης(δ) τήρησαν εκτός της ενάσκησης των καθηκόντων τους στη δίκη τέτοια στάση, ώστε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι μειώθηκε η πεποίθηση για την αμεροληψία τους. 
Παρατηρήσεις : Η διατύπωση είναι ασαφής και αόριστη, περιέχει μη απτές αξιολογικές εκτιμήσεις που συνιστούν λόγους εξαίρεσης, η χρήση των οποίων από στρεψόδικους παράγοντες της διαδικασίας θα σημάνει καθυστερήσεις. Πέραν τούτου, αφορά σε συμπεριφορά των δικαστικών προσώπων εκτός της άσκησης των δικαστικών καθηκόντων τους.

(ii) Άρθρο 31 § 4 ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : «Εάν ο Εισαγγελέας μετά την προκαταρκτική εξέταση πρόκειται ν’ ασκήσει ποινική δίωξη για πράξη ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση καλεί υποχρεωτικά τον ύποπτο εκ νέου ν’ ασκήσει τα ως άνω δικαιώματα του».
Παρατηρήσεις : Η διάταξη θα σημάνει αδικαιολόγητη καθυστέρηση της προδικασίας, σε περίπτωση ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού βάσει του αποδεικτικού υλικού που συνελέγη κατά την προκαταρκτική εξέταση, ενόσω ο ύποπτος έχει ήδη εξετασθεί επί του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης.

(iii) Άρθρο 43 § 1 εδ. β’ ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : «Σε κακουργήματα ή πλημμελήματα απειλούμενα στο νόμο με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 1 έτους ή στα 259 & 302 ΠΚ ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη μόνον εφόσον έχουν ενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή 243§2 ΚΠΔ και προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς κίνηση της».
Παρατηρήσεις : Η διάταξη αυτή επιφέρει αδικαιολόγητη επιβάρυνση της διαδικασίας σε πληθώρα υποθέσεων με πλήρεις ήδη από την κατάθεση της μηνυτήριας αναφοράς δικογραφίες  [λ.χ. εκχερσώσεις, καταλήψεις δασικών εκτάσεων, υποβάθμιση περιβάλλοντος, ΑΕΠΙ, ζώα συντροφίας, φορολογικά αδικήματα κ.λπ.].

(iv) Άρθρο 45Β ΚΠΔ [νέο] :
Προτεινόμενη διάταξη : « (α) καθιέρωση υποχρεωτικής διαδικασίας ποινικής συνδιαλλαγής στα πλημμελήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα με την παραλαβή της μήνυσης και πριν την άσκηση δίωξη ή την παραγγελία προκαταρκτικής εξέτασηςανεξαρτήτως απειλούμενης ποινής (β) εφαρμογή και επί αυτοφώρων εγκλημάτων (γ) η ποινή δε μπορεί να υπερβαίνει το ½ της προβλεπόμενης (δ) σε περίπτωση πρόβλεψης σωρευτικώς φυλάκισης και χρημ. ποινής επιβάλλεται μόνο η πρώτη (ε) το ποσό της τυχόν μετατροπής θα είναι υποχρεωτικά το ½ του κατωτέρου προβλεπομένου (στ) σε περίπτωση αποτυχίας συνεχίζεται η διαδικασία».
Παρατηρήσεις : Η νέα αυτή διάταξη εισάγει ευρύτατη εφαρμογή του θεσμού της συνδιαλλαγής σε αδικήματα ήσσονος βαρύτητας απειλούμενα με χαμηλές ποινές. Υφίσταται, μετά βεβαιότητας, πλήρης αδυναμία εφαρμογής του με την υφιστάμενη υλικοτεχνική υποδομή και το υπάρχον έμψυχο δυναμικό των Εισαγγελιών. Ευνοείται, περαιτέρω, πνεύμα ατιμωρησίας για πλημμεληματικές παραβάσεις με χαμηλό όριο ποινής, ενώ πλήρης θα είναι η αδυναμία εφαρμογής της διαδικασίας στα αυτόφωρα αδικήματα. Ο θεσμός είναι πλέον ή βέβαιον ότι θα περιπέσει σε αχρησία από της εφαρμογής του, λόγω έλλειψης σχετικής «κουλτούρας» των διαδίκων και λοιπούς παράγοντες της ποινικής διαδικασίας. Επιπλέον επιβαρύνεται το έργο του εισαγγελέα με τη δημιουργία ειδικών γραφείων συνδιαλλαγής με καθημερινή λειτουργία, ενώ είναι μέγιστη η αδυναμία εφαρμογής του νέου θεσμού σε ολιγοπρόσωπες περιφερειακές Εισαγγελίες. Εξυπακούεται ότι η στοιχειώδης εφαρμογή του θεσμού προϋποθέτει τη γενναία αύξηση των οργανικών θέσεων των εισαγγελέων του πρώτου βαθμού.

(v) Άρθρο 47 § 1 α’, β’ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : «Ο Εισαγγελέας Πλημ/κων αν κρίνει ότι η έγκληση δε στηρίζεται στο νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης την απορρίπτει με διάταξη που περιλαμβάνει συνοπτική αιτιολογία. Η διάταξη υποβάλλεται για έγκριση στον Εισαγγελέα Εφετών».
Παρατηρήσεις : Επιβαρύνεται αδικαιολόγητα ο δεύτερος βαθμός με όλως αβάσιμες, αόριστες ή ανεπίδεκτες εκτίμησης αναφορές. Καταργείται αδικαιολόγητα διάταξη, της οποίας η εφαρμογή εκτιμήθηκε θετικά, όσον αφορά στην επιτάχυνση της διαδικασίας με τη μη υποχρεωτική επίδοση της απορριπτικής Διάταξης και τη θέσπιση παραβόλου 300 ευρώ για την άσκηση προσφυγής. Παράλληλα, η προωθούμενη κατάργηση υποδηλοί αδικαιολόγητη έλλειψη εμπιστοσύνης στους Εισαγγελείς του πρώτου βαθμού, αφού δεν κρίνονται ικανοί να ανακόψουν με δική τους διαδικαστική πράξη την πορεία αβάσιμων εγκλήσεων, παρά το γεγονός ότι μόνοι εκείνοι έχουν την αρμοδιότητα άσκησης της ποινικής δίωξης και τη συνολική εποπτεία της υπόθεσης

(vi) Άρθρο 110 ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : επέκταση καθ’ ύλην αρμοδιότητας Μονομελούς Εφετείου [όλοι οι ειδικοί ποινικοί νόμοι, άρθρα 374 – 380 ΠΚ, πλημμελήματα προσώπων ιδιάζουσας δωσιδικίας].
Παρατηρήσεις : Η διάταξη οδεύει στην ορθή κατεύθυνση, ενόψει της πρόσφατης αύξησης των οργανικών θέσεων των εισαγγελέων του δεύτερου βαθμού και της αξιολογούμενης ως θετικής συμβολής των Μονομελών Εφετείων στη διαχείριση της εκκρεμούς ποινικής ύλης.

(vii) Άρθρο 111 ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : (α) κατάργηση Πενταμελών Εφετείων (β) εκδίκαση εφέσεων κατ’ αποφάσεων Μονομελών Εφετείων και Τριμελών Εφετείων από συνθέσεις απαρτιζόμενες από αρχαιότερους δικαστές.
Παρατηρήσεις : Ισχύουν όσα αναφέρονται πιο πάνω υπό στοιχείο (vi).

(viii) Άρθρο 112 ΚΠΔ :
Προτεινόμενη διάταξη : «Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου».
Παρατηρήσεις : Η διάταξη θα επιφέρει τεράστια διόγκωση της ήδη υπερβολικά αυξημένης ύλης που καλείται να δικάσει το Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Επιπλέον, η επιβάρυνση του Δικαστηρίου με υποθέσεις με σημαντική βαρύτητα και αποδεικτική δυσχέρεια, όπως των άρθρων 259, 302, 224, 229 ΠΚ και όλο το εύρος των υποθέσεων φοροδιαφυγής γεννά και ζήτημα ουσιαστικής διαχείρισής τους από μονομελή σύνθεση με κατά κανόνα νεαρότερο και λιγότερο έμπειρο δικαστή. Η δυσκολία αυτή είναι πιο έντονη σε Δικαστήρια της περιφέρειας. Η διάταξη συνεπάγεται, άλλωστε, επιπλέον φόρτο για τους εισαγγελείς και συνακόλουθα απαιτεί γενναία αύξηση των οργανικών θέσεων των εισαγγελέων του πρώτου βαθμού και πλήρους αναδιάρθρωσης των κατ’ ιδίαν Τμημάτων της Γραμματείας των Εισαγγελιών και συναφή υποχρεωτική τροποποίηση των Εσωτερικών Κανονισμών λειτουργίας Εισαγγελιών και Πρωτοδικείων.

(ix) Αξιολογούμενες θετικά διατάξεις :
(α) άρθρα 31§§2-6, (β) άρθρο 45Γ [συνδιαλλαγή σε κακουργήματα], (γ) 59§2 [προσθήκη 225 ΠΚ], (δ) Η  κατάργηση διατάξεων περί αστικώς υπευθύνων, (ε) άρθρο 130 § 3 [υποχρεωτικός χωρισμός υπόθεσης για ανήλικους δράστες – εκδίκαση από Δικαστήριο Ανηλίκων].

(x) Άρθρο 200Α ΚΠΔ. Ανάλυση D.N.A.
Προτεινόμενη διάταξη : (§ 1). Οταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ο εισαγγελέας, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο διατάσσουν να ληφθεί υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεικού οξέος (Deoxyribonucleic Acid – DNA) προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δράστη του εγκλήματος αυτού. Η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο. Την ανάλυση του D.N.A. του κατηγορουμένου δικαιούται να ζητήσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του.
(§ 2). Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό, που έχει δικαίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Το δικαίωμα επανάληψης της ανάλυσης έχει και ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας σε κάθε περίπτωση. Αν η ανάλυση αποβεί αρνητική, το γενετικό υλικό και τα γενετικά αποτυπώματα καταστρέφονται αμέσως, ενώ αν η ανάλυση αποβεί θετική και ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε το μεν γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως, τα δε γενετικά αποτυπώματα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πράξη, τηρούνται σε ειδικό αρχείο που συνιστάται και λειτουργεί στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Τα στοιχεία αυτά τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων, από τα αναφερόμενα στην παρ. 1, εγκλημάτων και καταστρέφονται σε κάθε περίπτωση δέκα χρόνια μετά το αμετάκλητο της καταδίκης και αν πρόκειται για ανήλικο πέντε χρόνια μετά το αμετάκλητο της καταδίκης.
Παρατηρήσεις : Η ισχύουσα πρόβλεψη αφορά σε πλημμελήματα, τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και δίνουν στις διωκτικές αρχές τη δυνατότητα να προβαίνουν σε ανάλυση DNA, τα δε δείγματα να καταστρέφονται μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν. Η προτεινόμενη τροποποίηση, περιορίζοντας τη δυνατότητα αυτή μόνο στον εισαγγελέα, το δικαστικό συμβούλιο και το δικαστήριο (και όχι π.χ. και στον ανακριτή), καθιστά χρονοβόρα τη διαδικασία και αφαιρεί από τις διωκτικές αρχές στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης οποιαδήποτε ευχέρεια.

(xi)        Άρθρο 282.Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι :
Προτεινόμενη διάταξη : (§ 1). Όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.
Παρατηρήσεις : Η προτεινόμενη αλλαγή είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.

(xii)      Άρθρο 283 ΚΠΔ. Διαδικασία μετά την απολογία :
Προτεινόμενη διάταξη : (§ 1). Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 282 ο ανακριτής, αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να τον αφήσει ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη που να του θέτει περιοριστικούς όρους ή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου, να εκδώσει διάταξη επιβολής κατ` οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, αν τα ανωτέρω μέτρα δεν επαρκούν, να εκδώσει ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης, αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. Σε περίπτωση διαφωνίας για την προσωρινή κράτηση, αποφαίνεται το δικαστικό συμβούλιο (άρθρο 305 και 307 στοιχ. στ). Η πρόταση του εισαγγελέα υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών και το Συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών. Στο μεταξύ διάστημα με διάταξη του ανακριτή απαγορεύεται η έξοδος του κατηγορουμένου από τη χώρα.
Παρατηρήσεις : Η προτεινόμενη τροποποίηση διασφαλίζει την παρουσία του κατηγορουμένου μέχρι να επιλυθεί η διαφωνία και πάλι από το δικαστικό συμβούλιο

(xiii)    Άρθρο 308 Α ΚΠΔ. Περάτωση της κύριας ανάκρισης κατ` εξαίρεση :
Προτεινόμενη διάταξη : (§ 1). Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 110, ακόμη και αν γι’ αυτά απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης μετά την περάτωση της ανάκρισης, η δικογραφία υποβάλλεται από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, προτείνει στον πρόεδρο εφετών να εισαχθεί η υπόθεση, μαζί με τα τυχόν ήσσονος σημασίας συναφή εγκλήματα εφόσον γι’ αυτά δεν προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης, απευθείας στο ακροατήριο. Οι διατάξεις των άρθρων 128 και 129 εφαρμόζονται αναλόγως και σε τούτη την περίπτωση.
(§ 2) Από τη στιγμή που ο εισαγγελέας εφετών καταρτίσει τη σχετική πρόταση πριν την υποβάλει προς τον πρόεδρο εφετών, έχει υποχρέωση να ενημερώσει αμέσως, έστω και τηλεφωνικά, τους διαδίκους, εφόσον αυτοί υπέβαλαν εγγράφως σχετικό αίτημα, προκειμένου να λάβουν αντίγραφό της και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, δικαιούμενοι να υποβάλλουν υπόμνημα με τις απόψεις τους και αίτημα εμφάνισης δια του συνηγόρου τους ενώπιον του Προέδρου Εφετών. Αφού παρέλθουν δέκα ημέρες από την ειδοποίηση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, η δικογραφία διαβιβάζεται στον πρόεδρο εφετών. Αν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, ο Πρόεδρος Εφετών καλεί τους διαδίκους να παραστούν ενώπιόν του δια των συνηγόρων τους, κλητεύοντας αυτούς, έστω και τηλεφωνικά, προ 48 ωρών. Στην ακρόαση των διαδίκων καλείται και ο εισαγγελέας. Εφόσον ο πρόεδρος εφετών διατυπώσει σύμφωνη γνώμη, για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας εφετών εκδίδει κλητήριο θέσπισμα, κατά του οποίου δεν επιτρέπεται προσφυγή.
(§ 3) Σε περίπτωση διαφωνίας του προέδρου εφετών ή όταν από την αρχή ο εισαγγελέας φρονεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ή θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, προκειμένου να εισαχθεί στο συμβούλιο πλημμελειοδικών.
(§ 4) Στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου ο πρόεδρος εφετών αποφαίνεται με διάταξη του, κατά της οποίας δεν χωρεί προσφυγή, για τη διατήρηση ή μη της προσωρινής κράτησης ή των περιοριστικών όρων ή της ισχύος του εντάλματος σύλληψης και την προσωρινή του κράτηση σε περίπτωση που θα συλληφθεί.
(§ 5) Εάν υπάρχουν περισσότεροι του ενός κατηγορούμενοι, ο Πρόεδρος εφετών, με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, με πράξη του αποφαίνεται για όσους από αυτούς δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ή ως προς τους οποίους θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη.
Παρατηρήσεις : Στο κείμενο της διαβούλευσης δεν υπάρχει σχετική παραπομπή, ωστόσο στο κείμενο που δόθηκε από την επιτροπή αναφέρεται ρητά ότι θα πρέπει η πρόταση να είναι αιτιολογημένη. Περαιτέρω το δικαίωμα ακρόασης από τον Πρόεδρο Εφετών, παρουσία του Εισαγγελέα, μάλλον ουδέν προσθέτει, εκτός ίσως από δικηγορική ύλη. Το υπόμνημα είναι εν πάση περιπτώσει αρκετό για να υποστηριχθούν οι απόψεις της υπεράσπισης και να καταστεί ταχύτερη η διαδικασία
(xiv)     Άρθρο 349 ΚΠΔ.- Αναβολή της δίκης
Προτεινόμενη διάταξη :  (§ 1) Η δίκη διεξάγεται οπωσδήποτε στη δικάσιμο που αρχικά προσδιορίστηκε. Στην έναρξη της συνεδρίασης, οι υποθέσεις προεκφωνούνται και κατανέμονται κατά ομάδες σε τόσες συνεδριάσεις, ώστε να μπορούν να εκδικαστούν την ημέρα που θα οριστεί. (§ 2) Κατ΄ εξαίρεση, αν υφίσταται σημαντικό αίτιο, η δίκη μπορεί να αναβληθεί για μία μόνο φορά, με απόφαση του δικαστηρίου που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καλύπτουσα και το ζήτημα της αδυναμίας αντιμετώπισης του σημαντικού αιτίου με διακοπή της δίκης. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο από οποιονδήποτε, ακόμη και από άγγελο του τυχόν διορισμένου συνηγόρου.
(§ 3). Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή, εκτός αν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι επιβάλλουν την άμεση διεξαγωγή της δίκης. Η αναβολή για το λόγο αυτό δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω περιορισμό. (§ 4). Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.
Παρατηρήσεις : Η προτεινόμενη τροποποίηση , ανεξάρτητα από το εάν μπορεί να εφαρμοσθεί, είναι καταρχήν ορθή και δεν βρίσκω το λόγο εμείς να αντιταχθούμε, αν θέλετε και για λόγους σκοπιμότητας.

(xv)      Άρθρο 364 ΚΠΔ. Ανάγνωση των εγγράφων :
Προτεινόμενη διάταξη : (§ 3) Η ανάγνωση των εγγράφων, που για πρώτη φορά προσάγονται στο ακροατήριο και δεν είχαν με οποιοδήποτε τρόπο γνωστοποιηθεί, γίνεται στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν ο κατηγορούμενος το ζητήσει, η δίκη διακόπτεται μέχρι δύο το πολύ ημέρες προκειμένου να τοποθετηθεί σχετικά με το περιεχόμενό τους.
Παρατηρήσεις : Η προτεινόμενη προσθήκη οδηγεί σε αδικαιολόγητη διακοπή της δίκης και ταλαιπωρία όλων των παραγόντων τις περισσότερες φορές χωρίς λόγο, αφού ο κάθε κατηγορούμενος κατά το δοκούν μπορεί και για τη μελέτη ελάχιστων εγγράφων να υποβάλει παρελκυστικά αιτήματα και το δικαστήριο δεν θα έχει καμία ευχέρεια. Μία διαφοροποιημένη διατύπωση (π.χ. «το δικαστήριο, και εφόσον τούτο θεωρείται αναγκαίο, διακόπτει για εύλογο κατά την κρίση του χρονικό διάστημα και πάντως μέχρι δύο το πολύ μέρες») θα μπορούσε να δώσει διέξοδο.


(ΙΙ) Σε συνέχεια των πιο πάνω, κύριε Υπουργέ, διατηρούμε την πεποίθηση ότι τυχόνπαράταση της προθεσμίας δημόσιας διαβούλευσης του Σχεδίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μέχρι την 31-7-2014 θα παράσχει επαρκές χρονικό διάστημα τόσο στην Ένωσή μας, όσο και σε άλλους ενδιαφερόμενους επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς κ.λπ., ώστε χωρίς πίεση χρόνου να επεξεργαστούν διεξοδικά συγκεκριμένες απόψεις επί των προωθούμενων τροποποιήσεων του Σχεδίου και, με τον τρόπο αυτό, να συμβάλουν ουσιαστικά στην εργώδη προσπάθεια που το Υπουργείο σας έχει αναλάβει.
Από πλευράς Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος επιφυλασσόμαστε να σας υποβάλουμε το συντομότερο –ευχής έργον εντός της παραταθείσας προθεσμίας διαβούλευσης, σύμφωνα με το πιο πάνω αίτημά μας - περισσότερο  λεπτομερείς προτάσεις.


Για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ε.Ε.Ε.

http://dikastis.blogspot.gr/

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ σχολιάστε κόσμια